Ο Βασίλης Βασίλη είναι Ελληνοκαναδός γλύπτης, ο οποίος έχει ως έδρα το Χάλιφαξ της Νέας Σκωτίας, ενώ παράλληλα διατηρεί εργαστήριο στην Αθήνα. Το έργο του περιστρέφεται γύρω από έννοιες όπως η μετάβαση, η μνήμη, η εμπερίεξη, και η αίσθηση του ανήκειν, αναπτύσσοντας μορφές οι οποίες κινούνται στο μεταίχμιο της γλυπτικής, της αρχιτεκτονικής και του τοπίου. Αξιοποιώντας υλικά όπως το μάρμαρο, η πέτρα, και ο γρανίτης, δημιουργεί γλυπτά τα οποία διακινούν τόσο τη σωματική εμπειρία όσο και τη στοχαστική παρατήρηση.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1996. Συνέχισε τις σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 2001 απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο (M.F.A.) από το Pennsylvania Academy of the Fine Arts (PAFA) στη Φιλαδέλφεια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τιμήθηκε με υποτροφίες από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ), το Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης και το Ίδρυμα Γεροντέλη.
Διαθέτει σημαντική διδακτική εμπειρία τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Την περίοδο 2001–2002 διετέλεσε Επισκέπτης Καλλιτέχνης στο Moore College of Art and Design στη Φιλαδέλφεια. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, από το 2004 έως το 2013 εργάστηκε ως συνεργάτης εργαστηρίου στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής στην Αθήνα. Παράλληλα, από το 2006 έως το 2008 δίδαξε ως αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη Φλώρινα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πρακτικής, της βαθύτερης κατανόησης και σχέσης του δημιουργού με την ύλη, και των διεπιστημονικών προσεγγίσεων στην τέχνη και το σχέδιο.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έχει συμμετάσχει σε διεθνή συμπόσια, μπιενάλε και εκθέσεις, συνθέτοντας ένα εκτενές έργο σε δημόσιους χώρους. Έργα του θα συναντήσει κανείς σε χώρες όλης της Ευρώπης, στη Βόρεια Αμερική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, ενώ ατομικές εκθέσεις του έχουν φιλοξενηθεί στη Φρανκφούρτη, στη Φιλαδέλφεια και στην Αθήνα, με πιο πρόσφατη αυτή στους Άγιους Σαράντα της Αλβανίας. Κοσμώντας δημόσιους χώρους, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο, τα γλυπτά του αποτυπώνουν μία συνεπή και σταθερή ενασχόληση με τη γλυπτική ως μορφή τέχνης η οποία συνομιλεί με τον χώρο, τον άνθρωπο, την κοινωνία, και την πολιτισμική παρουσία.


ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το έργο του Βασίλη Βασίλη διαμορφώνεται μέσα από θεματικούς άξονες όπως ο εγκλωβισμός, ο περιορισμός, ο αποχωρισμός και η μετάβαση, τους οποίους αξιοποιεί ως τρόπους στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη. Αναπτύσσοντας μορφές που κινούνται ανάμεσα στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική, συγκροτεί κατώφλια και περάσματα που συνδέουν το παρόν με το επέκεινα, προσκαλώντας τον θεατή σε μια εμπειρία τόσο οπτική όσο και σωματική.
Με αφετηρία τις πολιτισμικές και αρχιτεκτονικές παραδόσεις της Ελλάδας - και ιδιαίτερα της Ηπείρου - το έργο του αντλεί επίσης από χώρους έντονης πνευματικότητας, καθώς και από δομές οι οποίες παραπέμπουν στην ιδέα της προστασίας, της καταφυγής, και της ενοίκησης. Ως καίριο σημείο αναφοράς, οι αρχαίοι τάφοι προσφέρουν έναν εύγλωττο τρόπο κατανόησης των αξιών, των φόβων και των προσδοκιών των κοινωνιών που τους δημιούργησαν.
Η διακεκριμένη ιστορικός τέχνης Κατερίνα Κοσκινά γράφει για το έργο του:
«Η πρακτική του Βασίλη βασίζεται σε μια βιωματική αλλά και βαθιά στοχαστική προσέγγιση της πέτρας, του μαρμάρου, του γρανίτη και άλλων ανθεκτικών υλικών, που χαρακτηρίζονται από γεωλογική διάρκεια, βάρος και αντοχή. Στα χέρια του, αυτά τα υλικά αποκτούν πλαστικότητα, ευθραυστότητα και διαπερατότητα. Τα γλυπτά του δεν λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακά αντικείμενα για δημόσιους ή εσωτερικούς χώρους.
Ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους, αποτελούν “αντι-αντικείμενα”, λειτουργώντας πρωτίστως ως αφορμές για στοχασμό πάνω στο διαρκές ταξίδι της ανθρωπότητας και, πιο συγκεκριμένα, στη μετάβαση από έναν τόπο σε έναν άλλο, από μία κατάσταση ύπαρξης σε μία επόμενη. Αφηγούνται ιστορίες περασμάτων, κατωφλίων και γεφυρών. Μετατρέπονται σε δείκτες χώρων διέλευσης ανάμεσα στο εξωτερικό τοπίο και την εσωτερική εμπειρία. Τα ανοίγματα, οι κοιλότητες και τα κενά δεν αποτελούν απλώς εφαρμογές των βασικών κανόνων της γλυπτικής· αντί να εστιάζουν στην απουσία, επικαλούνται τόπους ζωής, όπου αναζητούνται η χρονικότητα, η συγκέντρωση και η σιωπή.»
